Με ένα πιολέ ή τι συνδέει τον ΕΟΣΗ, το «πιολέ», τη Φρίντα Κάλο και τον Λέον Τρότσκι
Τι συνδέει μια ορειβατική εξόρμηση στη Γκιώνα, ένα πιολέ, μια σπουδαία ζωγράφο και μια από τις πιο δραματικές πολιτικές δολοφονίες του 20ού αιώνα;
Σε αυτό το μικρό «διάλειμμα» από τις κλασικές ιστορίες βουνού, μπλέκουμε ορειβασία, ιστορία και λίγη… ίντριγκα εξιστορώντας “fun facts”… or not so fun μιας και θα αναφερθούμε σε δολοφονία.
Trigger:
Κάνοντας ένα διάλειμμα στην ορειβατική μας πορεία στη Γκιώνα με τον ΕΟΣ Ηλιούπολης, βλέπω δύο μηχανικούς της συντροφιάς να περιεργάζονται ένα πιολέ και να λένε:
«Με ένα τέτοιο σκότωσαν τον Τρότσκι».
«Στο γεγονός που έγινε στο Μεξικό αναφέρεστε;» συμπλήρωσε η ψυχολόγος της παρέας. «Φημολογείται πως είχε σχέση με τη Φρίντα Κάλο, ε;»
«Το βιβλίο που αναφέρεται σε αυτή την ιστορία λέγεται Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά», πετάχτηκε από την κορυφή του λόφου ο φιλόλογος της παρέας.
«Κοίταξε να δεις πόσο όμορφα και αρμονικά έδεσε η ομάδα και προστέθηκαν οι γνώσεις βήμα-βήμα», σκέφτηκα μέσα μου. «Οι μηχανικοί περιεργάζονταν το τεχνικό κομμάτι του εργαλείου, η ψυχολόγος πρόσθεσε πληροφορίες για το κοινωνικό-σχεσιακό κομμάτι της ιστορίας και ο φιλόλογος έδωσε πληροφορία για το βιβλίο. Αρμονικά και βήμα-βήμα προστέθηκε η γνώση, όπως αρμονικά και βήμα-βήμα γίνονται τα πατήματα στο χιόνι του χειμερινού βουνού, όπου κάθε ορειβάτης πατάει και ενισχύει το βήμα του προηγούμενου ορειβάτη».
Θαύμαζα το πιολέ και την παρέα. Δεν γνώριζα όμως πως, μετά από λίγη ώρα, το εργαλείο που στέρησε τη ζωή στον Τρότσκι θα έσωζε τη δική μου (όπως άλλωστε και εκατομμυρίων άλλων ορειβατών).
Μα τι είναι επιτέλους αυτό το περιβόητο πιολέ;
Το πιολέ (ice axe) αποτελεί βασικό και αναντικατάστατο εργαλείο στη χειμερινή ορειβασία και την αναρρίχηση σε χιόνι ή πάγο. Πρόκειται για ένα πολυχρηστικό αντικείμενο που χρησιμοποιείται για στήριξη στο έδαφος, διατήρηση της ισορροπίας, δημιουργία σκαλοπατιών στο χιόνι, αλλά και για ασφάλιση σε επικίνδυνες συνθήκες. Αποτελείται από μια μεταλλική κεφαλή —η οποία περιλαμβάνει τη μύτη (pick) και το φτυάρι (adze)— και από το στέλεχος (shaft), προσφέροντας στον ορειβάτη μεγαλύτερο έλεγχο και προστασία από πιθανές πτώσεις.
Ένας από τους πιο κρίσιμους ρόλους του πιολέ είναι η χρήση του στην τεχνική του self-arrest (αυτο-συγκράτηση πτώσης). Όταν ένας ορειβάτης γλιστρήσει σε χιονισμένη ή παγωμένη πλαγιά, πρέπει να αντιδράσει άμεσα για να σταματήσει την πτώση του. Σε αυτή την περίπτωση, στρέφεται με το σώμα προς την πλαγιά, καρφώνει δυνατά τη μύτη του πιολέ στο χιόνι ή τον πάγο και μεταφέρει το βάρος του πάνω του, πιέζοντας το εργαλείο με τα χέρια και το στήθος.
Τι σχέση μπορεί να έχει η Φρίντα Κάλο με τον Λέoν Τρότσκι και ένα πιολέ;
Ο Λέον Τρότσκι υπήρξε μια από τις πιο ισχυρές μορφές της επαναστατικής Ρωσίας και θεωρήθηκε πιθανός διάδοχος της εξουσίας. Απέναντί του στεκόταν ο Ιωσήφ Στάλιν. Όταν ο Στάλιν επικράτησε, οι ανοιχτές επικρίσεις του Τρότσκι απέναντι στην πολιτική του τον μετέτρεψαν σε στόχο. Η εξορία ήταν μόνο η αρχή.
Μετά από μια περιπλάνηση σε διάφορες χώρες, ο τελευταίος του σταθμός ήταν το Μεξικό. Εκεί, το 1937, τον υποδέχτηκε ο πρόεδρος Λάσαρο Κάρντενας και φιλοξενήθηκε στο σπίτι του ζωγράφου Ντιέγο Ριβέρα και της συντρόφου του, σπουδαία ζωγράφο, Φρίντα Κάλο, στο Κογιοακάν.
Λίγο αργότερα, ο Τρότσκι ίδρυσε την Τέταρτη Διεθνή, επιχειρώντας να προτείνει μια εναλλακτική επαναστατική πορεία απέναντι στη σταλινική γραφειοκρατία. Παράλληλα, μαζί με τον σουρεαλιστή ποιητή Αντρέ Μπρετόν και τον Ριβέρα, συνδιαμόρφωσαν το «Μανιφέστο για μια ανεξάρτητη επαναστατική τέχνη», υποστηρίζοντας την ελευθερία της δημιουργίας πέρα από κάθε έλεγχο εξουσίας.
Το 1939, μετά από ρήξη με τον Ριβέρα, μετακόμισε σε νέο σπίτι, που έμελλε να είναι και το τελευταίο του. Πίσω από αυτή τη σύγκρουση, σύμφωνα με φήμες, βρισκόταν μια κρυφή σχέση: ο Τρότσκι και η Φρίντα Κάλο φέρεται να έζησαν έναν σύντομο (σ μήνες) αλλά έντονο έρωτα.
Η Κάλο, σημαδεμένη από ένα σοβαρό ατύχημα και αλλεπάλληλες επεμβάσεις, είχε μια σχεδόν ακατανίκητη δίψα για ζωή. Ζωγράφιζε, αγαπούσε, συζητούσε πολιτική με πάθος. Αναζητούσε διαρκώς την προσωπική και καλλιτεχνική της ανεξαρτησία. Ο Τρότσκι, παρότι εξόριστος και χωρίς την παλιά του ισχύ, διατηρούσε το χάρισμα που την γοήτευσε. Ο κουβανός συγγραφέας Λεονάρδο Παδούρα, στο έργο του «Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά», περιγράφει αυτή τη σχέση με μια χαρακτηριστική εικόνα: «Τις τελευταίες ημέρες εκείνου του ταραγμένου Μαίου έφτασαν στο Κογιοακάν κάμποσα αντίτυπα από την Προδομένη Επανάσταση που είχαν μόλις κυκλοφορήσει. Οι Ριβέρα, για να το γιορτάσουν, προσκάλεσαν τον Τρότσκι και άλλους φίλους να δειπνήσουν σε ένα εστιατόριο του κέντρου…Εκείνο το βράδυ όμως ο Λίεφ Νταβίντοβιτς (αναφέρεται στον Τρότσκι) δεν ενδιαφερόταν για τις αφίσες, ούτε για όσα μπορούσε να ανακαλύψει στην πόλη: εκείνο που πραγματικά επεδίωκε ήταν να βρίσκεται κοντά στη Φρίντα».
Μετα την μετακόμιση απο την οικία Ριβέρα, ο Τρότσκι και η Φρίντα παρέμειναν φίλοι μέχρι τη δολοφονία του. Η Φρίντα θεωρήθηκε ύποπτη για τον φόνο του και την ανέκριναν, χωρίς όμως να προκύψει κάποιο στοιχείο εις βάρος της. Από την σχέση δεν σώθηκε κανένα απτό πειστήριο.
Η δολοφονία του Τροτσκι με ένα πιολέ
Η δολοφονία ήρθε το 1940. Στις 20 Αυγούστου, μέσα στο γραφείο του στο Μεξικό, ο Τρότσκι δέχτηκε επίθεση από τον Καταλανό πράκτορα της NKVD Ραμόν Μερκαντέρ, ο οποίος είχε ήδη καταφέρει να διεισδύσει στον στενό κύκλο του. Με ένα πιολέ, τον χτύπησε στο κεφάλι, προκαλώντας του σοβαρό τραύμα στο κρανίο, βάθους περίπου επτά εκατοστών. Παρά τη σφοδρότητα της επίθεσης, ο Τρότσκι δεν πέθανε αμέσως· πρόλαβε να αντιδράσει και φτύνοντας τον επιτιθέμενο και ανταποδίδοντας το χτύπημα, τον δάγκωσε και του έσπασε το χέρι.
Οι σωματοφύλακές του, ακούγοντας τον θόρυβο, έσπευσαν στο δωμάτιο και επιτέθηκαν στον Μερκαντέρ, φτάνοντας κοντά στο να τον σκοτώσουν. Παρ’ όλα αυτά, ο βαριά τραυματισμένος Τρότσκι, που διατηρούσε ακόμη τις αισθήσεις του, τους σταμάτησε, ζητώντας να τον κρατήσουν ζωντανό για να ανακριθεί. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Παρέμεινε στη ζωή για περίπου μία ημέρα, αλλά τελικά υπέκυψε στα τραύματά του στις 21 Αυγούστου 1940.
Ο Μερκαντέρ καταδικάστηκε από δικαστήριο του Μεξικό σε ποινή 20 ετών φυλάκισης. Αφού αποφυλακίστηκε το 1960, ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση και το 1961 τιμήθηκε με το παράσημο του τάγματος του Λένιν και τον Χρυσό Αστέρα του Ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης για τις «εξαιρετικές υπηρεσίες του στο κράτος».








